Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Παρεκκλήσι Αγίου Δημητρίου Αυλώνα

Πληροφορίες

Ήταν ο πρώτος ενοριακός ναός του Αυλώνα. Κτίσμα του 1700 μ.χ.

Φωτογραφίες παρεκκλησίου

Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου Αυλώνος - Ένα Ζωντανό Μνημείο Ιστορίας, Αρχιτεκτονικής και Ευλάβειας. (από τη σελίδα  "Ιχνηλατώντας τη Λαογραφία του Αυλώνα")
Στην καρδιά του Αυλώνα Αττικής, ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου στέκει ως αδιάψευστο ορόσημο της ιστορίας, της πίστης και της λαογραφικής κληρονομιάς του τόπου. Η ίδρυσή του τοποθετείται ανάμεσα στα έτη 1700 και 1750, την εποχή που άρχισε να διαμορφώνεται ο πρώτος οικισμός Σάλεσι - Κακοσάλεσι κατά μήκος και στα ανατολικά του ρέματος Λεμούσι.
Οι πρώτοι κάτοικοι είχαν μετακομίσει από τον κάμπο και τις περιοχές Παλιοκατούντι, Κατουντοτόπι και Βλιάσι, αναζητώντας ένα ασφαλές καταφύγιο για να αποφεύγουν τις ορμές των Τούρκων. Ο ναός αυτός αποτέλεσε τον κύριο ενοριακό ναό του χωριού, ενώ ο Άγιος Δημήτριος υπήρξε ο επίσημος πολιούχος και προστάτης του οικισμού για περισσότερα από 200 χρόνια, από την ίδρυση του ναού το 1700 μέχρι και το 1938, οπότε και εγκαινιάστηκε ο νεότερος ναός των Αγίων Αντωνίου και Ανδρέου.
Εξωτερική Αρχιτεκτονική, οι 5 Πύλες & ο Καταπράσινος Προαύλιος Χώρος
Εξωτερικά, ο ναός παρουσιάζει τη λιτή, στιβαρή μορφή της μεταβυζαντινής ναοδομίας της αττικής υπαίθρου, στεγαζόμενος με μια ενιαία αμφικλινή κεραμοσκεπή με παραδοσιακά βυζαντινά κεραμίδια. Η ναοδομία διακρίνεται για τις πέντε συνολικά πύλες της, οι οποίες παρουσιάζουν ξεχωριστό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον:
•    Η Τριάδα των Πυλών στη Δύση (Πρόσοψη): Στο κέντρο δεσπόζει η Κύρια Δυτική Πύλη, η οποία φέρει ένα μνημειακό πέτρινο πλαίσιο με διακοσμητικές εσοχές (λοβούς) στις επάνω γωνίες και λεπτές ζώνες από κόκκινες πλίνθους (τούβλα), ακολουθώντας την παραδοσιακή βυζαντινή τεχνική.
•    Η Νότια Πύλη του Τοίχου της πρόσοψης: Περιβάλλεται από ένα απλό, ημικυκλικό πέτρινο τόξο, φέροντας έναν ανάγλυφο ισοσκελή Σταυρό μέσα σε κύκλο, ο οποίος είναι σκαλισμένος ακριβώς στην κεντρική πέτρα της κορυφής του (στον κλειδόλιθο).
•    Η Βόρεια Πύλη του Τοίχου της πρόσοψης: Περιβάλλεται επίσης από ένα απλό, ημικυκλικό πέτρινο τόξο, στο οποίο διασώζονται αποκλειστικά χαραγμένα ιστορικά γράμματα και μονογράμματα (όπως το χαρακτηριστικό γράμμα "Μ") που άφησαν ως ενθύμηση οι παλαιοί μάστορες ή κτήτορες κατά την ανέγερση.
•    Στο Νότιο τοίχο βρίσκεται μια πλευρική τετράγωνη πύλη.
•    Στην Βόρια πλευρά διαμορφώνεται η πέμπτη πύλη, η οποία φέρει καμπύλη (τοξωτή) διαμόρφωση, όμοια με το ύφος των πλαγίων πυλών της πρόσοψης.
Ο ναός διαθέτει δύο καμπαναριά που μαρτυρούν διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις: α. Ένα παραδοσιακό, μικρότερο, μονότοξο καμπαναριό ενσωματωμένο στην πρόσοψη, ακριβώς πάνω από την κύρια είσοδο. β. Ένα μεταγενέστερο καμπαναριό-«πύργο» στα αριστερά, το οποίο στεγάζει τη μεγάλη καμπάνα και απολήγει σε έναν χαρακτηριστικό κόκκινο ημισφαιρικό τρούλο με Σταυρό.
Ο περιβάλλων χώρος είναι ένας φροντισμένος, καταπράσινος κήπος, στον οποίο δεσπόζουν δύο ζωντανά μνημειακά στοιχεία της φύσης: μια υπεραιωνόβια ελιά με ογκώδη κορμό που προστατεύεται από λιθόκτιστο πεζούλι, και πανύψηλα, αιωνόβια κυπαρίσσια με περίτεχνα διακλαδισμένους κορμούς, των οποίων η βάση είναι παραδοσιακά ασβεστωμένη.
Εσωτερική Δομή: Τα 3 Σκαλιά της Τουρκοκρατίας
Περνώντας το κατώφλι της εισόδου, ο επισκέπτης έρχεται αντιμέτωπος με μια υποβλητική ιδιαιτερότητα: χρειάζεται να κατεβεί τρία σκαλιά για να βρεθεί στο εσωτερικό του ναού. Αυτό το αρχιτεκτονικό στοιχείο αποτελούσε κοινή αλλά σοφή πρακτική κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Οι οθωμανικές αρχές επέβαλλαν αυστηρούς περιορισμούς στο εξωτερικό ύψος των χριστιανικών ναών, ώστε να μην ξεπερνούν σε ύψος τα μουσουλμανικά τεμένη. Για να κερδίσουν οι πιστοί το απαραίτητο εσωτερικό ύψος, την ευρυχωρία και την πρέπουσα μεγαλοπρέπεια που απαιτούσε η λατρεία, έσκαβαν το έδαφος βαθύτερα. Έτσι, το χαμήλωμα του δαπέδου λειτουργούσε ως μια σιωπηρή πράξη πνευματικής αντίστασης και βαθιάς ανάγκης για θρησκευτική ελευθερία.
Ο ναός χωρίζεται εσωτερικά από δύο επιμήκεις τοξοστοιχίες σε τρία κλίτη (αριστερό, μεσαίο και δεξί). Η αρχιτεκτονική δομή ακολουθεί το κλασικό μεταβυζαντινό πρότυπο όπου το μεσαίο κλίτος είναι σαφώς πιο ψηλό από τα δύο πλευρικά, προσδίδοντας στον ναό μια αίσθηση ανάτασης και κατευθύνοντας το βλέμμα του πιστού προς την Ωραία Πύλη. Τα κλίτη επικοινωνούν μεταξύ τους με χαμηλότερα τοξωτά ανοίγματα.
Στους πλάγιους τοίχους του ναού διασώζεται η απόλυτη συμμετρία δύο μεγάλων, ιστορικών εικόνων ρωσικής τεχνοτροπίας, προστατευμένων μέσα σε μεγάλα χρυσά κάδρα:
•    Στον αριστερό τοίχο δεσπόζει η εικόνα του Αγίου Δημητρίου.
•    Στον δεξιό τοίχο δεσπόζει η εικόνα της Στέψης της Θεοτόκου.
Το Ιερό Βήμα ακολουθεί την τριμερή διάταξη: βόρεια την Αγία Προσκομιδή, στο μέσο το Άβατο (την Αγία Τράπεζα) και νότια το Διακονικό.
Η Διακόσμηση του Δαπέδου & η Ιεράρχηση των Κλιτών.
Το δάπεδο του ναού αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα παραδοσιακής διακοσμητικής τέχνης, το οποίο διαφοροποιείται έξυπνα ανάλογα με το κλίτος, ενισχύοντας την οπτική πορεία προς το Ιερό Βήμα:
•    Τα πλευρικά κλίτη είναι στρωμένα με παραδοσιακά, ανάγλυφα γεωμετρικά πλακάκια τύπου σκακιέρας με γκρίζα, λευκά και μαύρα μοτίβα.
•    Το μεσαίο (κεντρικό) κλίτος διαφοροποιείται πλήρως, φέροντας μια εντυπωσιακή διάστρωμάτωση από τσιμεντοπλακάκια με επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά αστέρια.
•    Στο κέντρο του μεσαίου κλίτους δεσπόζει ένα μεγαλόπρεπο, τετράγωνο διακοσμητικό «χαλί». Το κεντρικό αυτό σημείο κοσμείται από έναν περίτεχνο, κυκλικό ρόδακα σε αποχρώσεις του κεραμιδί, του πράσινου και του μπεζ, ο οποίος περιβάλλεται από μια κομψή μπορντούρα με ελικοειδή και γραμμικά μοτίβα, καθηλώνοντας το βλέμμα του επισκέπτη.
Το Μυστήριο του Τέμπλου & Η Ιστορική Αγιογράφηση του 1852
Το πετρόκτιστο τέμπλο του ναού κρύβει πίσω του μια βαθιά ιστορία και μια μοναδική ιδιαιτερότητα που διασώζει την προφορική παράδοση του τόπου. Επάνω από το τοξωτό άνοιγμα της πλευρικής πύλης, μια σπουδαία κτητορική επιγραφή με χρυσά βυζαντινά γράμματα σε σκούρο φόντο μαρτυρεί το έτος της μεγάλης ανακαίνισης και ιστόρησης, διασώζοντας την αυθεντική ορθογραφία της εποχής: «ΙΣΤΟΡΗΘΗ Ο ΠΑΡΩΝ ΘΕΙΟC ΚΑΙ ΙΕROC ΝΑΟC ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΚΕ ΙΕΡΑΣ ΑΓΙΑC ΕΚΚΛΗΣΙΑC ΕΝ ΕΤΕΙ 1852»
Στο τέμπλο αυτό παρατηρείται μια μοναδική διάταξη που ανατρέπει το συνηθισμένο ορθόδοξο τυπικό, γεγονός που οδηγεί στη βάσιμη ιστορική υπόθεση ότι ο ναός λειτούργησε αρχικά ως δισυπόστατος, αφιερωμένος παράλληλα στον Άγιο Δημήτριο και τον Άγιο Νικόλαο:
•    Η Ένθρονη Θεοτόκος: Αριστερά της Ωραίας Πύλης βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας (Οδηγήτριας), καθισμένης σε μεγαλοπρεπή θρόνο, της οποίας η πλάτη διακρίνεται ψηλά αριστερά. Η Παναγία και ο Ιησούς Χριστός φέρουν περίτεχνα, ανάγλυφα ασημένια φωτοστέφανα-τάματα. Παρά τη σκουρότητα, στο βαθύ κόκκινο μαφόριο της Θεοτόκου διασώζονται λεπτά ανάγλυφα χρυσά σιρίτια, ενώ το εκφραστικό της βλέμμα είναι στραμμένο ελαφρώς προς τον θεατή.
•    Ο Άγιος Νικόλαος: Τοποθετημένος στην τιμητική θέση αριστερά της Παναγίας για να ικανοποιηθεί η ευλάβεια των πρώτων οικιστών από τον κάμπο, εικονίζεται όρθιος σε μετωπική στάση με τη χαρακτηριστική λευκή γενειάδα και το υψηλό μέτωπο. Φορά αρχιερατικό φελώνιο και λευκό ωμοφόριο με κόκκινους σταυρούς, ευλογώντας με το δεξί χέρι και κρατώντας το Ευαγγέλιο με το αριστερό, ενώ περιβάλλεται από ένα φωτεινό λευκό κυκλικό φωτοστέφανο.
•    Ο Μέγας Αρχιερεύς Χριστός: Δεξιά της Ωραίας Πύλης δεσπόζει η μορφή του Ιησού Χριστού ένθρονου σε ξυλόγλυπτο θρόνο. Φέρει την πολυτελή αρχιερατική μίτρα (στέμμα) και λευκό ωμοφόριο με μεγάλους κόκκινους σταυρούς. Σχηματίζει με το δεξί χέρι τη χειρονομία της ευλογίας —το οποίο κοσμείται από διακοσμητικό ασημένιο σφυρήλατο «πουκάμισο»— ενώ με το αριστερό κρατά όρθιο το κλειστό Ευαγγέλιο. Το πάνω μέρος διασώζει ένα εντυπωσιακό, φωτεινό γαλάζιο/μπλε φόντο κάτω από ένα ανάγλυφο ενσωματωμένο ασημένιο φωτοστέφανο.
•    Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος: Δεξιά του Χριστού, εικονίζεται ως «Άγγελος της Ερήμου» με μεγάλα, επιβλητικά φτερά στην πλάτη. Διακρίνεται η ασκητική του μορφή με τα μακριά μαλλιά, τη γενειάδα, τη μηλωτή (ένδυμα από δέρμα καμήλας) και το κόκκινο ιμάτιο, φέροντας ένα ανοιχτόχρωμο κυκλικό φωτοστέφανο που δημιουργεί έντονη άλω γύρω από το κεφάλι του.
•    Ο Ελευθερωτής Άγιος Δημήτριος: Λόγω της συνολικής διαρρύθμισης, η εικόνα του πολιούχου Αγίου Δημητρίου τοποθετήθηκε αμέσως μετά τον Πρόδρομο —μια σπάνια διάταξη για ενοριακό ναό, η οποία συναντάται κυρίως σε μεγάλα καθολικά του Αγίου Όρους. Η εικόνα αποτυπώνει τη θαυματουργή διάσωση ενός αιχμάλωτου μοναχού από τον έφιππο Άγιο, όπως αυτή είναι καταγεγραμμένη στα βυζαντινά συναξάρια. Ο Άγιος παρίσταται έφιππος επάνω σε πορφυρό άλογο, έχοντας στα πόδια του τον νικημένο Λυαίο, με τον κόκκινο μανδύα του να ανεμίζει με καθηλωτική ζωντάνια. Στο πάνω μέρος διακρίνεται πεντακάθαρα η βυζαντινή επιγραφή «Ο Άγιος Δημήτριος». Το φωτοστέφανό του είναι σφυρήλατο ασημένιο και κοσμείται περίτεχνα με ένθετες ανάγλυφες μπλε και γαλάζιες χάντρες (τρεις γαλάζιες στην κάτω πλευρά και σκούρες μπλε περιμετρικά). Πίσω από το άλογο εμφανίζεται η εξαιρετικά σπάνια, όρθια μορφή ενός μοναχού με κουκούλι και λευκή γενειάδα, ο οποίος κρατά μια μικρή εικόνα σε στάση δέησης, προσωποποιώντας τον καθηγούμενο ή κτήτορα του έργου.
•    Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας: Βρίσκεται στη βόρεια πλευρά δίπλα στον Άγιο Νικόλαο, εικονιζόμενος όρθιος με τη μακριά του γενειάδα και τα αρχιερατικά του άμφια, ενισχύοντας τη χορεία των μεγάλων Πατέρων.
•    Ο Μέγας Βασίλειος: Αμέσως μετά, στη σειρά των Μεγάλων Ιεραρχών, ακολουθεί η μορφή του Μεγάλου Βασιλείου με τη χαρακτηριστική μακρά, μυτερή γενειάδα του, αρχιερατικό φελώνιο και λευκό ωμοφόριο με κόκκινους σταυρούς. Στο επάνω δεξιά μέρος του γαλάζιου φόντου σώζεται ανέπαφη η αυθεντική επιγραφή «Ο Άγιος Βασίλειος», ενώ η μορφή του στεφανώνεται από ένα κυκλικό φωτοστέφανο σε απόχρωση ζεστής ώχρας.
•    Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Δίπλα στον Άγιο Αθανάσιο τοποθετείται η εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, εικονιζόμενος όρθιος σε μετωπική στάση με τα τυπικά ασκητικά του χαρακτηριστικά, το ψηλό μέτωπο και τη σύντομη γενειάδα. Φορά αρχιερατικά άμφια, κρατώντας όρθιο το Ευαγγέλιο με το αριστερό χέρι, ενώ φέρει κυκλικό ώχρο-χρυσό φωτοστέφανο και την επιγραφή «Ο Άγιος Ιωάννης» ψηλά δεξιά.
•    Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ: Στη Βόρεια Πύλη, ο Ταξιάρχης εικονίζεται ως Ψυχοπομπός, κρατώντας στο αριστερό του χέρι μια μικροσκοπική ανθρώπινη φιγούρα που συμβολίζει την ψυχή. Φέρει μεγάλα φτερά, στρατιωτική πανοπλία με έντονο χρυσό θώρακα, πορφυρό χιτώνα, ανάγλυφο κυκλικό φωτοστέφανο και την καθαρή επιγραφή «Ο Αρχαγγ. Μιχαήλ» ψηλά δεξιά.
Κεντρικό σημείο του τέμπλου αποτελεί η Ωραία Πύλη, τα βημόθυρα της οποίας φέρουν την αγιογράφηση του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Ακριβώς επάνω από το τοξωτό της άνοιγμα, κάτω από μια κομψή γεωμετρική ζωφόρο με τρισδιάστατα κυβικά μοτίβα, δεσπόζει η λειτουργική επιγραφή: «ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ ΘΕΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ ΠΡΟΣΕΛΘΕΤΕ». Η συνύπαρξη αυτών των κειμηλίων - στα οποία περιλαμβάνονται στο επιστύλιο ο ξυλόγλυπτος Εσταυρωμένος με τα «Λυπηρά» (τη Θεοτόκο και τον Ιωάννη τον Θεολόγο) και το Δωδεκάορτο -  αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία των επιθυμιών και των ριζών των πρώτων οικιστών του Αυλώνα. Η τεχνοτροπία των εικόνων οδηγεί στη βάσιμη καλλιτεχνική υπόθεση ότι τα έργα προέρχονται από τη φημισμένη Χιονιαδίτικη Σχολή Αγιογραφίας της Ηπείρου. 
Οι Πολύτιμες Φορητές Εικόνες του 1852
Πέρα από το τέμπλο, ο ναός κοσμείται από μια σειρά μνημειακών φορητών εικόνων υψηλής καλλιτεχνικής αξίας, οι οποίες ακολουθούν την ίδια δυτικότροπη (ρωσική) αισθητική, μαρτυρώντας μια συνολική, οργανωμένη διακόσμηση του χώρου στα μέσα του 19ου αιώνα:
•    Η Γέννησις του Χριστού (1852): Μια μνημειώδης εικόνα που φέρει τη χρονολογία «ΕΝ ΕΤΕΙ 1852» και την αφιέρωση «ΔΑΠΑΝΗ ΚΑΙ ΑΦΙΕΡΩΜΑ...». Ξεχωρίζει για την κατανυκτική μορφή της Παναγίας, το ακτινοβόλο Θείο Βρέφος με τα ιερά μονογράμματα «ΙC ΧC», και τη λαογραφικά πολύτιμη λεπτομέρεια ενός γονατιστού βοσκού που κρατά μια παραδοσιακή ξύλινη γκλίτσα της ελληνικής υπαίθρου.
•    Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας: Εικονίζεται ολόσωμος με πλούσια λευκή γενειάδα και αρχιερατικά άμφια, ευλογώντας με το δεξί χέρι και κρατώντας την αρχιερατική ράβδο με τους όφεις, με φόντο μια ρεαλιστική αναπαράσταση του εσωτερικού ενός Ιερού Βήματος.
•    Η Αγία Βαρβάρα η Μεγαλομάρτυς: Απεικονίζεται με βασιλική ενδυμασία και στέμμα, κρατώντας το Άγιο Ποτήριο (Δισκοπότηρο), με φόντο τον τριώροφο πύργο της φυλάκισής της.
•    Το Ρωσικό Τρίπτυχο των Οσίων: Ένα εξαιρετικό τρίπτυχο με ανάγλυφο χρυσό φόντο και φυτικά μοτίβα, που απεικονίζει έναν Όσιο Μοναχό (με φόντο ρωσικό μοναστήρι), μια Οσία Μοναχή και έναν Άγιο Ιεράρχη, φέροντας εκτενείς αφιερωματικές επιγραφές δαπάνης από οικογένειες του χωριού.
•    Ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος: Έφιππος πάνω στο λευκό του άλογο, την ώρα που εξοντώνει τον δράκοντα μπροστά από τα τείχη του κάστρου.
15 Οκτωβρίου 1944: Το Ολοκαύτωμα της Γειτονιάς, η Αιθάλη και τα Σημάδια της Φωτιάς.
Η εσωτερική διακόσμηση παρουσιάζει μια έντονη αισθητική αντίθεση. Τα δύο πλάγια κλίτη είναι απλώς βαμμένα με ενιαίο λευκό χρώμα, χωρίς τοιχογραφίες. Αντίθετα, η ιστορική αγιογράφηση του 1852 περιορίζεται αποκλειστικά στο κεντρικό κλίτος, καλύπτοντας τα 2/3 αυτού. Ωστόσο, επειδή το κεντρικό κλίτος είναι πιο ψηλό, λειτούργησε ως φυσικός συλλέκτης της κάπνας. Το πέρασμα των αιώνων και η συνεχής χρήση μετέτρεψαν τον κεντρικό θόλο σε ένα σκοτεινό, ομοιόμορφο «πέπλο» αιθάλης, το οποίο κρατά το έργο των αγιογράφων καλά προστατευμένο από την οξείδωση, αλλά κρυμμένο από τα μάτια των επισκεπτών.
Η έντονη αυτή σκουρότητα και οι φθορές του τέμπλου κρύβουν μια δραματική σελίδα της τοπικής ιστορίας. Στις 14 Οκτωβρίου 1944, κατά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, οι αντάρτες έστησαν ενέδρα και χτύπησαν τους Γερμανούς στην Πύλα. Στις 15 Οκτωβρίου, σε σκληρά αντίποινα, οι κατοχικές δυνάμεις πυρπόλησαν τον Αυλώνα, εκτέλεσαν αμάχους και έκαψαν ολοσχερώς όλα τα σπίτια στη γειτονιά του Αγίου Δημητρίου.
Από τη φωτιά εκείνης της ημέρας προκλήθηκε το μεγάλο θερμικό σοκ, το οποίο άφησε ξεκάθαρα, ορατά σημάδια πάνω στα ιερά κειμήλια: • Το παχύ στρώμα μαύρης αιθάλης καλύπτει ομοιόμορφα το κάτω μισό όλων των εικόνων (του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, του Αγίου Νικολάου, του Μεγάλου Βασιλείου, του Χρυσοστόμου και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ), αποτυπώνοντας το ύψος που έφτασαν οι φλόγες. • Μεγάλες, βαθιές κάθετες ρωγμές και σκασίματα στον σοβά και το πετρόκτιστο υπόστρωμα διατρέχουν το πάνω δεξιά μέρος της εικόνας του Προδρόμου, καθώς και την αριστερή πλευρά της εικόνας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, μαρτυρώντας την ακραία θερμοκρασία. • Έντονη απολέπιση και σκασίματα με λευκά στίγματα εμφανίζονται στο πάνω μέρος της εικόνας του Αγίου Νικολάου, σε όλο το σώμα του Μεγάλου Βασιλείου και στη δεξιά πλευρά του Χρυσοστόμου, όπου το χρώμα υπέστη αλλοίωση.
Αδιάψευστο μάρτυρα εκείνης της μάχης αποτελεί η τρύπα από σφαίρα που παραμένει μέχρι σήμερα καρφωμένη στο πετρόκτιστο σώμα του τέμπλου προς τη βόρεια πλευρά, ακριβώς δίπλα στο μπράτσο της Παναγίας. Στη λήψη διακρίνεται πεντακάθαρα η κυκλική οπή, το βάθος της πρόσκρουσης όπου αποκαλύπτεται το φυσικό καστανό χρώμα του γυμνού ξύλου της εικόνας, καθώς και το παχύ, γυαλιστερό στρώμα καπνού που το περιβάλλει. Σύμφωνα με την ισχυρή τοπική παράδοση, υποθέτουμε με ασφάλεια ότι η σφαίρα αυτή προήλθε από εκείνες τις δραματικές πολεμικές συγκρούσεις της 15ης Οκτωβρίου, αποτελώντας αιώνιο σύμβολο προστασίας, ιστορικής μνήμης και θυσίας του Αυλώνα. Παρά τη βαριά φθορά, το στρώμα της αιθάλης λειτούργησε παραδόξως ως προστατευτική ασπίδα για τα αυθεντικά χρώματα του 1852, και με τη μελλοντική συντήρηση η αγιογραφία θα αποκαλύψει ξανά την πλήρη της λάμψη.
Τα Ιερά Κειμήλια και οι Τοιχογραφίες του Βήματος.
Μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα του Ιερού Βήματος, διακρίνονται σπουδαία δομικά και λατρευτικά κατάλοιπα:
•    Η Κατακόρυφη Ρωγμή: Στο κέντρο του μετώπου του τόξου, ακριβώς επάνω από την Ωραία Πύλη, μια έντονη κατακόρυφη ρωγμή (σταθεροποιημένη με κονίαμα) μαρτυρεί τις σεισμικές καταπονήσεις που άντεξε το μνημείο. Ψηλά στο ίδιο σημείο διακρίνεται μια εντυπωσιακή χρυσή ζωφόρος με ελικοειδή φυτικά μοτίβα, ένα οκτάκτινο αστέρι και έναν γραμμικό σταυρό.
•    Η Άκρα Ταπείνωση: Στην κόγχη της Αγίας Προσκομιδής (βόρεια πλευρά του Ιερού) σώζεται η παραδοσιακή τοιχογραφία του Χριστού ως της Άκρας Ταπείνωσης, διακοσμημένη με πορφυρά υφάσματα.
•    Η Θεία Κοινωνία των Ιεραρχών: Στην κεντρική ημικυκλική κόγχη του Ιερού Βήματος, πάνω από το παράθυρο, εικονίζεται το Άγιο Δισκοπότηρο περιβαλλόμενο από τις ολόσωμες μορφές των μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας, έχοντας μπροστά του το επίχρυσο ασημένιο Αρτοφόριο της Αγίας Τράπεζας.
•    Ο Μέγας Εσταυρωμένος: Πίσω από την Αγία Τράπεζα δεσπόζει ο επιβλητικός ξυλόγλυπτος Σταυρός, επάνω στον οποίο βρίσκεται αναρτημένο ένα στεφάνι από αληθινά αγκάθια, επισφραγίζοντας την κατανυκτική ευλάβεια του ναού.
•    Τα Λειτουργικά Σκεύη: Στο Ιερό φυλάσσονται τα επίχρυσα Εξαπτέρυγα με την ανάγλυφη μορφή των εξαπτέρυγων Σεραφείμ και ο μεγάλος επίχρυσος Σταυρός Λιτανείας, ο οποίος φέρει στην κύρια όψη του την ανάγλυφη παράσταση της Αναστάσεως του Χριστού και στα άκρα του τις μορφές των Ευαγγελιστών.
Η Λαογραφική Κληρονομιά: Το Φθινοπωρινό Ορόσημο του Πολιούχου.
Για περισσότερους από δύο αιώνες, ο Άγιος Δημήτριος αποτελούσε το θρησκευτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίκεντρο ολόκληρου του Αυλώνα. Στις 26 Οκτωβρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου, το Κακοσάλεσι συμμετείχε σε μια μεγάλη φθινοπωρινή πανήγυρη, η οποία διέφερε ριζικά από τα καλοκαιρινά γλέντια. Λόγω του φθινοπωρινού καιρού, στο προαύλιο του ναού αποφευγόταν το στήσιμο δημόσιων χορών.
Αντίθετα, η γιορτή είχε έντονα σπιτικό και οικογενειακό χαρακτήρα. Μετά τη Θεία Λειτουργία στον ναό, οι κάτοικοι επέστρεφαν στα σπίτια τους, όπου στρώνονταν πλούσια γιορτινά τραπέζια με κρέας, άνοιγαν τα βαρέλια με το νέο κρασί της χρονιάς και κάθε νοικοκυριό γιόρταζε ιδιωτικά με συγγενείς, γείτονες και καλεσμένους.
Παράλληλα, η ημέρα αυτή στον περίβολο της εκκλησίας είχε μεγάλο πρακτικό χαρακτήρα για την αγροκτηνοτροφική κοινωνία. Ήταν η ημέρα των μεγάλων οικονομικών συμφωνιών: οι κτηνοτρόφοι («τσέλιγκες») κατέβαιναν από τα βουνά, ανανέωναν τις μισθώσεις των βοσκοτόπων, πλήρωναν τους βοσκούς («σμίχτες») και κανόνιζαν τα χειμαδιά τους, σηματοδοτώντας την επίσημη έναρξη της χειμερινής περιόδου.
Βιβλιογραφία
Πρωτογενές αρχειακό υλικό του Ιερού Ναού.
Προφορικές μαρτυρίες και καταγραφές παλαιότερων κατοίκων του Αυλώνα.
Γραπτές πηγές της τοπικής λαογραφικής και ιστορικής κληρονομιάς του Αυλώνα (Κακοσαλεσίου) Αττικής.
Ένας Ζωντανός Φάρος Παράδοσης.
Ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου στον Αυλώνα είναι ένα αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα, αλλά και ένας αναπόσπαστος κρίκος που συνδέει το παρελθόν με το παρόν του τόπου. Κάθε κρυφό σκαλοπάτι της Τουρκοκρατίας, οι περίτεχνες εξωτερικές πύλες, η ανατροπή του τυπικού στο πετρόκτιστο τέμπλο, η προστατευμένη κάτω από την αιθάλη αγιογράφηση του 1852, οι μοναδικοί ρόδακες του δαπέδου και οι οικονομικές συμφωνίες των τσελιγκάδων κάτω από τα αιωνόβια κυπαρίσσια, διηγούνται την ίδια συγκινητική ιστορία: την ιστορία μιας κοινότητας που με βαθιά πίστη, ευλάβεια και εφευρετικότητα κατάφερε να κρατήσει ζωντανές τις ρίζες, την οικονομία και την πνευματική της ελευθερία.

Περιοχή Αυλώνας
Αρχιερατικές Περιφέρειες Αχαρνών